ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ A

6:47 μ.μ.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ A'
«ΕΝ ΑΡΧΗ»


’Επειδή έγίναμε νωθροί καί πάλιν χρείαν έχομεν διδασκαλίας «τίνα τα στοιχεία τής αρχής» (Έβρ. ε'12), ας άρχίσωμεν διά βραχέων άπό τό Άλφα. Ή Γένεσις μάς πληροφορεί, δτι ό Θεός έποίησε πάντα «καλά λίαν» (κεφ. 6' 31). Τό κακόν δεν ήτο δυνατόν νά είναι έργον τοϋ Θεοΰ.1 Πόθεν λοιπόν προήλθε; Πάλιν ή 'Αγία Γραφή μάς διαφωτίζει: Ό «έκ τοϋ ούρανοΰ έκπε-σών έωσφόρος» (Ήσ. ιδ' 12), «ό όφις ό άρχαϊος» (Ά-ποκ. ιβ' 9) προσήλθε προς τούς πρωτοπλάστους εν τώ Παραδείσω καί είπε:
—    Διατί σάς είπεν ό Θεός νά μή φάγητε άπό δλα τά δένδρα τοΰ Παραδείσου;
—    Διά νά μή άποθάνωμεν.
—    ’Όχι, δεν θ’ άποθάνετε- άλλ’ έπειδή ήξευρεν ό Θεός, δτι τήν ήμέραν πού θά φάγητε άπ’ αύτοΰ (τοΰ άπηγορευμένου δένδρου), θ’ άνοίξουν τά μάτια σας καί θά είσθε ώς Θεοί, δΓ αύτό σάς τον άπηγόρευσεν.
Άφοΰ δε έφαγον άπ’ αύτοΰ, διηνοίχθησαν μεν οί οφθαλμοί των, άλλά προς τό πονηρόν, καί κατησχύν-θησαν (Γεν. γ' 1-7).
1. «ούκ έστιν αίτιος τών κακών ό Θεός» (Μ. Βασίλειος).


Ούτω δέ «ή αμαρτία εις τον κόσμον είσήλθε καί διά τής αμαρτίας ό θάνατος», ώς λέγει ό άπόστολος Παύλος (Ρωμ. ε' 12). Διά τοΰτο ό Κύριος, είπε διά τον διάβολον, ότι «εκείνος όνθρωποκτόνος ήν άπ’ αρχής... ότι ψεύστης έστί» (Ίωάν. η' 44, 45). Ώς δέ λέγει καί ό ιερός Χρυσόστομος, τοΰτο άναφέρεται είς τον Άδάμ, τον όποιον έξαπατήσας ό διάβολος έγένετο άθρωπο-κτόνος είς γενικήν έννοιαν ολοκλήρου τοϋ άνθρωπίνου γένους. Αί συνέπειαι ύπήρξαν όδυνηραί. «Προσδοκή-σας γάρ έσεσθαι Θεός (= διότι ένώ έπερίμενε ότι θά είναι Θεός), καί όπερ εΐχεν άπώλεσεν» (Χρυσόστομος Γεν. γ' 22).
Τόσον ό Μέγας Βασίλειος, όσον καί ό ιερός Χρυσόστομος λέγουν, ότι συνέπεια τής παραβάσεως ύπήρξεν ή «άπό Θεοΰ άλλοτρίωσις (= άποξένωσις)». Τοιουτοτρόπως ό άνθρωπος αύτοϋπεβιβάσθη άπολέ-σας καί τό θεόσδοτον εξουσιαστικόν (Γεν. α' 28). Διό καί ό Χρυσόστομος απευθυνόμενος προς τον έκπεσόν-τα άνθρωπον λέγει· «πώς σε καλέσω άνθρωπον; ότι ούκ έχεις τό διάδημα (= στέμμα), την πορφύραν (= τό βασιλικόν ένδυμα);... έλθέ καί γενοΰ άνθρωπος». Αλλαχού δέ όμιλών περί τής έκπτώσεως άνθρώπου καί διαβόλου λέγει- «ούτω ό πρωτόπλαστος έξέπεσε τής μακαρίας εκείνης διαγωγής, ούτω καί ό τούτον άπατήσας διάβολος άπ’ εκείνου κατηνέχθη τοϋ τής άξίας ύψους... τή γάρ επαγγελία τής ίσοθεΐας φυσή-σας (ό διάβολος) αύτόν (τον Αδάμ), ούτω κατέρρηξε... ούδέν γάρ οϋτω τής τοϋ Θεοϋ φιλανθρωπίας άλλοτριοΐ, καί τώ τής γεέννης πα-ραδίδωσι πυρί, ώς ή τής ύπερηφανείας τυραννίς...» (Όμιλ. θ' είς Εύαγ. Ίω.). Τά αύτά λέγει εις τον περί παρθενίας λόγον καί ό Μέγας Αθανάσιος, διά την εξ ύπερηφανείας πτώσιν τοΰ εωσφόρου, έφαρμόζων εις αύτόν τούς λόγους τοΰ προφήτου Ήσαΐου- «Πώς έξέπεσεν έκ τοΰ ούρανοΰ ό έωσφόρος, ό πρωί άνατέλλων;... συ εΐπας έν τή διανοία σου... άνα-βήσομαι επάνω των νεφών, εσομαι όμοιος τώ Ύψίστω» (Ήσ. ιδ' 12,14). Ό σατάν καί οί άκολουθήσαντες αύτόν «διά την ύπερηφάνειαν αύτών έξέπεσον».
’Άξιον ιδιαιτέρας προσοχής είναι, ότι εις τό κεφά-λαιον αυτό τοΰ προφήτου γίνεται λόγος περί τής ύπερηφανείας καί τής πτώσεως τοΰ βασιλέως Βαβυλώνος Ναβουχοδονόσορος, ό όποιος κατά την άκμήν τής δό-ξης του έπαρθείς, ένεστερνίσθη πλήρως τά φρονήματα τοΰ εωσφόρου, διεκδικήσας ίσοθείαν. Έκ τών άνωτέρω συνάγεται, ότι ό διά την ίσοθείαν άγων τοΰ εωσφόρου ό άρξάμενος τότε έν ούρανοΐς, συνεχίζεται τώρα έπί τής γής. Θά κορυφωθή δε κατά τούς προ τής δευτέρας Παρουσίας χρόνους, ότε θά αποθρασυνθή έπί το-σοΰτον ό άντίχριστος, «ό άντικείμενος καί ύπεραιρό-μενος έπί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αύτόν εις τον ναόν τοΰ Θεοΰ ως Θεόν καθίσαι, άπο-δεικνύοντα έαυτόν ότι έστί Θεός» (Β' Θεσ. 6' 4).
Καί ό μέγας Παχώμιος, ό όποιος έγένετο περιβόητος εις την άρετήν, διά τής οποίας ένέπλησε την παρά τον Νείλον Ταβεννησίαν μοναστηρίων, ποιμαίνων ύπέρ τάς 11 χιλιάδας μοναχών, διδάσκων τούς μαθητάς του έλεγεν «οιδατε πόθεν ή αρχή τών κακών είς τον κόσμον είσήλθεν; Έκ τής ύπερηφανείας, δι’ ής καί ό έωσφόρος ό πρωί άνατέλλων έξέπεσεν έκ τοΰ ούρανοΰ καί συνετρίβη». Ιδού λοιπόν ή άρχή τοΰ κακοΰ, καί ή θύρα διά τής όποιας τοΰτο είσήλασεν είς τον κόσμον.


Ή ύπερηφάνεια! Αύτή είναι ή άρρώστεια, την όποιαν ό πανούργος όφις μάς μετέδωκε. Αύτή είναι ή αιτία δι’ ήν «ερρει τα καλά», ώς θά ελεγεν ό άγιος Γρηγόριος, και ή γή μετεβλήθη «εις κοιλάδα κλαυθμώνος» (Ψαλ. πγ' 7).
Αλλά ποια είναι άκριβώς ή έννοια τής ύπερηφα-νείας; Μολονότι ή λέξις αύτή είναι πολύ γνωστή εις τήν Παλαιάν Διαθήκην, εν τούτοις συχνά πυκνά εναλλάσσεται μέ τήν λέξιν «ΰβρις». Οί 'Ιεροί δηλαδή συγγραφείς πολλάκις άντί τής λέξεως ύπερηφάνεια χρησιμοποιούν τήν λέξιν υβρις προς δήλωσιν τής αύτής έννοιας (Παροιμ. ια' 2, ις' 18, καί 23, Λευϊτ. κς' 18, 19 κ.λπ). ’Άν άνοίξωμεν δε ένα λεξικόν τής άρχαίας Ελληνικής γλώσσης, θά ίδωμεν: υβρις = όγκος, έπαρ-σις, αύθάδεια, θρασύτης, άναισχυντία. "Ολα αύτά είναι τό περιεχόμενον τής ύπερηφανείας. "Ολα αύτά κάμνει ό ύπερήφανος. Όρθώς λοιπόν ώνομάσθη υβρις καί δίκαια ή μεγάλη άποστροφή τού Θεού κατά τής ύπερβολικής αύτής κακοσμίας. «Καί συντρίψω τήν ΰβριν τής ύπερηφανείας ύμών» (Λευϊτ. κς' 18, 19).
Καί ή χριστιανική ηθική έξ όλων των άμαρτιών ξεχωρίζει επτά, τάς όποιας λόγω τής βαρύτητός των χαρακτηρίζει ώς θανάσιμους. Πρώτη εις τον κατάλογον αύτόν άναφέρεται ή ύπερηφάνεια! «Αΰτη των κακών ή άκρόπολις ήν καί ή ρίζα καί ή πηγή τής πονηριάς άπά-σης» (Χρυσόστομος). "Ολα τά άλλα κακά δεν είναι διάφοροι άσθένειαι, άλλ’ έκδηλώσεις τής μιας ταύτης άσθενείας. Ό άπόστολος Παύλος άπαριθμών δλας τάς εκδηλώσεις ή μορφάς τής άμαρτίας χαρακτηρίζει τούς δουλεύοντας εις αύτάς ώς «υιούς τής άπειθείας» (Κολ. γ' 5-10). Έρμηνεύων δε τούς λόγους αύτούς ό ιερός
Χρυσόστομος λέγει ότι ό άπειθής άνθρωπος είναι «πηλός (= λάσπη) αύθάδης, τέφρα στασιώδης (= στάχτη στασιάζουσα, επαναστατούσα), πεφυσιωμένη (έξ ύπερηφανείας)». Τον τοιοΰτον άνθρωπον χαρακτηρίζει ό Παύλος ώς «παλαιόν άνθρωπον», δηλαδή ώς Άδαμιαΐον, διότι καί αυτός μιμείται τον γενάρχην Άδάμ, ό όποιος έξ ύπερηφανείας ήπείθησε καί έπανε-στάτησε. Αύτή λοιπόν είναι εν τελευταία αναλύσει ή ούσία τής οίασδήποτε αμαρτίας. "Ολοι δε οί άνθρωποι φέρομεν τον φοβερόν βάκιλλον τής θανατηφόρου αύτής άσθενείας. «Παραβόσκεται γάρ ή τοιάδε νόσος, ώς έπί πάντας άνθρώπους» ("Αγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας). Κοινός πειρασμός τών άνθρώπων είναι να σκέπτωνται ύψηλά καί να τρέφουν ιδέας μεγάλας περί έαυτών. Τό τοιούτον φρόνημά μας θέτει άνεπαισθήτως την σφραγίδα του εις όλας τάς πράξεις μας καί τούς λόγους μας, οΰτω δε διαμορφούμεν χαρακτήρα ακατάλληλον, ϊνα τεθή ύπό τάς διαταγάς τού Κυρίου.
Μέγα κακόν ή ύπερηφάνεια, ρίζα καί τροφός πόσης κακίας. Ό άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης παρατηρεί ότι ή ύπερηφάνεια είναι «Θεού άρνησις, πτώσεων πρόξενος, θυμού πηγή, ύποκρίσεως θύρα, άκαρπίας τεκ-μήριον, βλασφημίας ρίζα»'. Ένώ τούναντίον: ή ταπεί-νωσις —διά νά χρησιμοποιήσωμεν ένα ώραΐον ορισμόν τού Μεγάλου Βασιλείου— «είναι ή άπόθεσις τού μάταιου φρονήματος καί ή άπό τού έπάρματος καί ύψους άλαζονικοΰ καί οίήματος διακένου προς την οίκείαν άξίαν επάνοδος». Είναι επιστροφή εις τήν πραγματικήν άξίαν μας καί άποκατάστασις εις τήν άλήθειαν. 1
1. Σιναίτου Ίωάννου: Κλϊμαξ μετάφρασις ύπό Άρχιμ. ’Ιγνατίου. Έκδο-σις Ίερας Μονής Παρακλήτου. Ώρωπός ’Αττικής 1978 σελ. 246.
 είναι άναμόρφωσις εις τό άρχαΐον κάλλος, τό όποιον είχαν οι πρωτόπλαστοι πρό τής παρακοής. Είναι ή πνευματική έκείνη τοϋ άνθρώπου συνείδησις και αύτο-γνωσία, την οποίαν ό Θεός διά στόματος τοΰ Σο-λομώντος έχαρακτήρισεν ώς σοφίαν όταν εΐπεν: «ο'ι έαυτών έπιγνώμονες σοφοί» (Παροιμ. νγ' 10). Είναι τό «γνώθι σαύτόν», τό όποιον οί άρχαΐοι σοφοί, και μάλιστα πάντων ό Σωκράτης, έθεσαν ώς βάσιν τής ηθικής προόδου τοΰ άνθρώπου. Ή μεγάλη άξια τής άρετής τής ταπεινοφροσύνης και τής ύπακοής εις τό θέλημα τοΰ Θεοΰ μαρτυροΰν τό μέγεθος τοΰ κακοΰ, τό όποιον έπροξένησαν είς τό άνθρώπινον γένος ή έξ ύπε-ρηφανείας παράβασις καί παρακοή των πρωτοπλάστων.


Share this

Related Posts

Previous
Next Post »