ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β

7:15 μ.μ. Add Comment
πνευματικα θέματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

α) Ή Δίκη

Ή παράβασις συνετελέσθη. Την γνωρίζει ό παντε-πόπτης Θεός. Την γνωρίζουν καί οι πρωτόπλαστοι, δι’ αύτό καί σπεύδουν νά κρυφθούν. Τό ιστορικόν καί τόσον μελαγχολικόν έκεΐνο δειλινόν γίνεται ή δίκη. Εις τούς κατηγορουμένους δίδεται τό δικαίωμα τής άπο-λογίας. Μετά την παράβασιν δμως οί πρωτόπλαστοι έχασαν όχι μόνον την άθωότητα, άλλα καί την εύθύ-τητα· «προφασίζονται προφάσεις έν άμαρτίαις».
Έλέχθη ότι οί πρωτόπλαστοι δεν έχασαν τον Παράδεισον διότι άμάρτησαν, άλλα διότι έδικαιολογήθη-σαν. Καί ή δικαιολογία όμως πηγάζει άπό την ιδίαν πηγήν άπό την εγωιστικήν ύπερηφάνειαν.
6) Αί Ποιναι
Αί έπιβληθεΐσαι ποιναι είναι άνάλογοι προς την πράξιν, την προσωπικότητα έκαστου των ύπευθύνων, καί τον έπιδιωκόμενον σκοπόν. Ή άρχή τής έξατομι-κεύσεως τής ποινής, ή όποια μόλις τούς τελευταίους
χρόνους κατενοήθη και έφαρμόζεται ύπό τοϋ συγχρόνου Ποινικού Δικαίου, εφαρμόζεται από καταβολής κόσμου ύπό τής Θείας Δικαιοσύνης.

1.    Ή ποινή τού σατανά

Τό έν τώ Παραδείσω διαπραχθέν δεύτερον τούτο έγκλημα τοϋ σατανά έχει στενήν σχέσιν προς τό έν ούρανοΐς διαπραχθέν άλλοτε πρώτον τοιοΰτον. Έπι-φανειακώς μεν φαίνεται τό έγκλημα τής άνθρωποκτο-νίας ώς ανεξάρτητον άπό τό έγκλημα τής έπαναστά-σεως. Κατά βάθος όμως, πρόκειται περί εγκλήματος «κατ’ έξακολούθησιν» κατά την ορολογίαν τού ϊσχύο-ντος Ποινικού Δικαίου. Διότι τόσον ή πρώτη, όσον καί ή δεύτερα ενέργεια τοϋ σατανά έστρέφοντο κατ’ ουσίαν κατά τοϋ Θεοΰ, έκ τών αύτών έλατηρίων καί προς τον αύτόν σκοπόν. Δικαίως λοιπόν έπεβλήθησαν κατ’ αύτοϋ ποιναί έξουθενωτικαί, καταστρεπτικοί.
Καί διά μεν την άνταρσίαν άπεσύρθη άπ’ αύτοϋ ή λαμπροφόρος Χάρις τοϋ Θεού. Καί έτσι ό ποτέ φωτεινότατος έωσφόρος (= ό φέρων την έω, δηλαδή τήν αύγήν) έσκοτίσθη διά παντός καί κατέπεσεν έκ τοϋ ύψους έκείνου εις τήν άβυσσον τοϋ σκότους (Λουκ. Τ 18, Έφεσ. ς' 12).
Διά δέ τήν άνθρωποκτονίαν - διότι αύτός προεκά-λεσε τον θάνατον τών πρωτοπλάστων, διό καί «άν-θρωποκτόνος άπ’ άρχής» (Ίωάν. η' 44) έχαρακτηρίσθη ύπό τοϋ Κυρίου - έπεβλήθη εις αύτόν, ώς πρωτεργάτην καί άφ’ έαυτοϋ συλλαβόντα καί πραγματοποιήσαντα καί τό δεύτερον αύτό έγκλημα, ποινή έπίσης συντριπτική· ή έν καιρώ δηλαδή οριστική καταπάτησις καί
συντριβή τής έπηρμένης κεφαλής τοΰ άρχαίου αύτοϋ όφεως ύπό τής πτέρνης τοϋ πράου και ταπεινού Ίησοΰ-«Αύτός σοϋ τηρήσει κεφαλήν» (Γεν. γ' 15). Ή διαστροφή είναι ολοκληρωτική, οριστική καί άνεπανόρ-θωτος κατάστασις τοϋ σατανά. Δικαία λοιπόν καί πρέπουσα ή έπιβληθεΐσα εις αύτόν ποινή.

2.    Ή ποινή τοϋ ανθρώπου

Άλλως όμως ώρισεν ή άπόφασις τοΰ δικαιοκρίτου Θεοΰ διά τον άνθρωπον, ό όποιος παρασυρθείς εις τό έγκλημα έξ άπατης τοΰ διαβόλου, είχε τό συγγνωστόν. Έπεβλήθη λοιπόν εις τον άνθρωπον ποινή επανορθωτική. Δηλαδή ποινή - φάρμακον. Είναι άντάξια όχι μόνον τής δικαιοσύνης, άλλα καί τής πανσοφίας καί τής άγαθότητος τοΰ Θεοΰ καί όσα ή δικαστική εκείνη άπό-φασις ώριζε διά τούς πρωτοπλάστους. Διότι δεν ήτο δυνατόν νά ματαιωθή ό προορισμός τοΰ άνθρώπου ύπό μιας άθέσμου συμβουλής τοΰ διαβόλου. Προορισμός τοΰ άνθρώπου ήτο ή θέωσις, ή όποια θά έπετυγ-χάνετο άνωδύνως, έάν ό άνθρωπος είχε τήν ταπείνω-σιν νά παραμείνη έν ύποταγή εις τό θέλημα τοΰ Θεοΰ. «’Ώφειλεν έν τή παρά Θεώ δόξη μεμενηκέναι». Καί ή απαγορευτική έντολή νά μή φάγουν άπό έκεΐνο τό δέν-δρον, αύτόν τον σκοπόν είχε, νά «δοκιμάση ήμών τό ύπήκοον» (Μ. Βασίλειος). Νά γυμνάση δηλαδή τον άνθρωπον είς τήν ύπακοήν, ή όποια δεν είναι τίποτε άλλο παρά «έφηρμοσμένη ταπείνωσις». ΔΓ αύτής τής όδοΰ θά ύψοΰτο είς τήν δόξαν τής θεώσεως. «Άλλ’ επειδή μετέθεσε καί μετέβαλε τήν επιθυμίαν τής θείας δόξης· επειδή ήλπισεν ότι θά άπέκτα μεγαλυτέραν δόξαν και έσπευσε να άρπάση έκεΐνο τό όποιον δεν ήμποροϋσε νά λάβη, καί συνεπώς έχασε καί έκεΐνο τό όποιον ήδύνατο νά έχη —«μείζονα προσδοκήσας, και σπεύσας δπερ ούκ έδύνατο λαβεΐν, άπώλεσεν δπερ έχειν έδύνατο»— διά τούτο ή ταπεινοφροσύνη... είναι διά τον άνθρωπον μεγίστη σωτηρία- είναι φάρμακον τό όποιον θεραπεύει την άσθένειαν, είναι έπιστροφή εις την άρχικήν του κατάστασιν» (Μ. Βασίλειος. Λόγος περί ταπεινοφροσύνης). 'Ως μεγάλο φάρμακο σωτηρίας χαρακτηρίζει την ταπείνωσιν καί ό Μέγας ’Αθανάσιος.
Αί βουλαί τού Θεού είναι νόμοι αιώνιοι και αμετάθετοι. "Οθεν αύτήν την οδόν τής ταπεινώσεως καλείται διά τής ποινής νά μάθη καί πάλιν ό άνθρωπος, κατά τρόπον τώρα οδυνηρόν μεν, άλλά σωτήριον. Ή έπιβληθεΐσα ποινή - φάρμακον, ήτοι 1) οδύνη, λύπη καί στεναγμός- 2) κόπος, μόχθος καί ίδρώς- καί 3) ό θάνατος τελικώς, θά είναι έφεξής ό κλήρος ολοκλήρου τού άνθρωπίνου γένους άπό τού Άδάμ μέχρι τής συντέλειας. Κατά ταϋτα ό θάνατος είναι «άνάλυσις» (Φι-λιπ. α' 23) τού σώματος εις τά έξ ών συνετέθη, άνα-γωγή καί άποκατάστασις, ώς έρμηνεύει την λέξιν ό Σ. Βυζάντιος.
'Ότι ή έπιβληθεΐσα ύπό τού Θεού ποινή εις τούς πρωτοπλάστους άπέβλεπεν εις τήν ταπείνωσιν των, συνάγεται κατ’ άντιδιαστολήν καί έκ τού καταντήματος των άμαρτωλών έκείνων, οί όποιοι, κρίμασιν οίς οίδε Κύριος, έγκαταλείπονται άπαίδευτοι, ΐνα βαδίσουν προς τήν αίωνίαν άπώλειαν. «Έν κόποις ανθρώπων ούκ είσί» γηπονούντες (= πονοΰντες διά τήν καλλιέργειαν τής γής), μοχθοΰντες καί ίδρώ περιρρεόμενοι, ϊνα πορισθώσι τά προς ζωάρκειαν (= τά προς συν-τήρησίν των)· «και μετά άνθρώπων ού μαστιγωθήσον-ται», μή ύποφέροντες καί αύτοί καθώς οί δμοιοί των. Ένώ διά τούς άλλους άνθρώπους «πειρατήριόν έστιν ό βίος» (Ίώβ ζ' 1), διά τούς άπαιδεύτους είναι άπό-λαυσις καί άναπαυτήριον. «Διά τούτο έκράτησεν (= έκυρίευσεν) αύτούς ή ύπερηφάνεια αύτών εις τέλος. Περιεβάλλοντο (= έφόρεσαν σάν ένδυμα) άδικίαν καί άσέβειαν αύτών». Διά νά ταπεινωθή ό άνθρωπος ένώ-πιον τού Θεού, πρέπει νά μαλαχθή άπό την θλΐψιν. Άλλ’ ό*Βεός εις αύτούς θλίψεις δεν στέλλει. Εντεύθεν καί οΰτοι εις τύφον καί άλαζονείαν έξοκείλουσιν (Έρμην. Κ. Καλλινίκου εις Ψαλμ. οβ' 5, 6). Έκ τής άτι-μωρησίας των άπεθρασύνθησαν. «’Αδικίαν εις τό ύψος έλάλησαν, έθεντο εις ούρανόν τό στόμα αύτών, καί ή γλώσσα αύτών διήλθεν έπί τής γής»· ύβρίζουν (βλα-σφημοΰν) θεία καί άνθρώπινα διά γλώσσης έωσφο-ρικής ϋπερθεν άναβαινούσης καί τούς έπί γής πάντας προπηλακιζούσης (Έρμην. Κ. Καλλιν. Ψαλμ. οβ' 8, 9).
Ή άτιμωρησία τών έν κραιπάλη καί ύπερηφανεία διαγόντων καί εύφραινομένων καθ’ ήμέραν λαμπρώς, δεν είναι καλόν σημεΐον. Είναι προμήνυμα φοβερόν. Τούτο βλέπομεν καί εις τό ιβ' κεφ. τών Πράξεων. Έξ αύτού πληροφορούμεθα, δτι ό Ηρώδης Άγρίππας έθανάτωσε διά μαχαίρας τον ’Απόστολον ’Ιάκωβον τον αδελφόν τού Ίωάννου. Συνέλαβε δε καί τον Πέτρον, τον όποιον έπρόκειτο νά φονεύση μετά τό Πάσχα. Έν τούτοις ό Θεός δεν τον έπάταξε τότε άμέσως διά τό κακούργημά του έκεΐνο. ’Αλλά μετ’ άρκετόν χρόνον, δταν εύρισκόμενος εις Καισάρειαν «ένδυσάμενος έσθήτα βασιλικήν καί καθίσας έπί τού βήματος έδη-
 μηγόρει... ό δε δήμος (= ό λαός διά νά τον κολακεύση) έπεφώνεν Θεοΰ φωνή και ούκ άνθρώπου. Παραχρήμα δε έπάταξεν αύτόν ό άγγελος Κυρίου». Διατί; «Άνθ’ ών ούκ έδωκε τήν δόξαν τώ Θεώ». Διότι εν τή έωσφο-ρική ύπερηφανεία του άπεδέχθη τήν θεοποίησιν αύτήν τήν όποιαν τού εκαμεν ό λαός, «και γενόμενος σκωληκόβρωτος έξέψυξεν (= έξεψύχησε)» (Πράξ. ιβ' 20 - 23).
Ό Μέγας Βασίλειος εις τήν περίφημον έκείνην εύχήν τής ’Αναφοράς, τής Θείας Λειτουργίας του, τήν λεγομένην κατά τήν ίερωτάτην στιγμήν τής καθόδου τοΰ Αγίου Πνεύματος προς καθαγιασμόν των τιμίων δώρων, περιγραφών τό δράμα αύτό τοΰ άνθρωπίνου γένους λέγει άπευθυνόμενος προς τον Θεόν: «"Αγιος εί, ώς αληθώς καί Πανάγιος, καί ούκ έστι μέτρον τή μεγαλοπρεπεία σου καί όσιος εν πάσι τοΐς έργοις σου, ότι έν δικαιοσύνη καί κρίσει άληθινή πάντα (όσα εις ήμάς συνέβησαν) έπήγαγες ήμΐν πλάσας γάρ τον άνθρωπον, χοΰν λαβών από τής γής, καί είκόνι τή σή, ό Θεός, τιμήσας, τέθεικας αύτόν έν τώ παραδείσιο τής τρυφής, άθανασίαν ζωής καί άπόλαυσιν αιωνίων άγαθών έν τή τηρήσει των έντολών σου έπαγγειλάμε-νος (= ύποσχεθείς) αύτώ· άλλά παρακούσαντα σοΰ τοΰ άληθινοΰ Θεοΰ, τοΰ κτίσαντος αύτόν, καί τή άπάτη τοΰ όφεως ύπαχθέντα, νεκρωθέντα τε τοΐς οίκείοις αύτοΰ παραπτώμασιν, έξώρισας αύτόν έν τή δικαιοκρισία σου, ό Θεός, έκ τοΰ Παραδείσου εις τον κόσμον τοΰτον, καί άπέστρεψας εις τήν γήν, έξ ής έλή-φθη, οίκονομών αύτώ τήν έκ παλιγγενεσίας σωτηρίαν, τήν έν αύτώ τώ Χριστώ σου» (= όρίσας δηλαδή έκτοτε τήν διά Χριστού έν καιρώ άναγέννησιν καί σωτηρίαν του).
 Έκτέλεσις τής άποφάσεως α) Έξωσις τον Άδάμ
«Και έξέβαλε τον Άδάμ καί κατωκησεν αύτόν απέναντι τοΰ Παραδείσου» εις δε την είσοδον αύτοΰ «έταξε τα Χερουβείμ καί την φλογίνην ρομφαίαν», διά νά βλέπη μεν διαρκώς τί έχασεν εκ τής ύπερηφανείας, καί νοσταλγή, άλλα νά μη δύναται νά είσέλθη, έως δτου συμπληρωθούν οί χρόνοι τής όδυνηράς ταπεινώσεως τοΰ ανθρωπίνου γένους. Εις τό δράμα αύτό τής εξορίας καί νοσταλγίας τοΰ γενάρχου μας έχει είσδύσει βαθύτατα ό θεοφώτιστος ύμνωδός τής ’Εκκλησίας μας λέγων: «Έξεβλήθη Άδάμ τοΰ Παραδείσου», «έξωστράκισται παρακοή», «Έκάθισεν Άδάμ άπέναντι τοΰ Παραδείσου καί την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ώδύρετο», «ό ποτέ δόξαν αθανασίας ήμφιεσμένος (= ένδεδυμένος), τής νε-κρώσεως την δοράν, ώς θνητός έλεεινώς περιφέρω».

6) "Αλλαι σννέπειαι

Αί θλίψεις γενικώς εκ φυσικών καί ήθικών αιτίων καί ή ψυχική άποδυνάμωσις τοΰ άνθρώπου. Επίσης συνέπειαι τής παραβάσεως είναι ή βαθμιαία φθορά τοΰ οργανισμού, αί άσθένειαι ψυχικαί καί σωματικαί, τό γήρας καθώς καί ό θάνατος. «Εί γάρ τό κεφάλαιον αύτός ό θάνατος, εξ άμαρτίας έσχε την ρίζαν καί την ύπόθεσιν, πολλώ μάλλον καί τών νοσημάτων τά πολλά έκεΐθεν γέγονεν» (ιερός Χρυσόστομος).

Τό γήρας

Ό σοφός Σολομών εις τό περίφημον βιβλίον του «Εκκλησιαστής» λέγει, δτι οι λόγοι τοΰ βιβλίου αύτοΰ «έδόθησαν έκ ποιμένος ένός», έκ τοΰ Θεοΰ δηλαδή. Εις τό δωδέκατον και τελευταΐον κεφάλαιον τοΰ βιβλίου αύτοΰ, όμιλεΐ περί τοΰ γήρατος με τό όποιον τελειώνει και ό ανθρώπινος βίος. Είσέδυσεν, ώς λέγει, εις όλα τά θέματα τής ζωής, διά να καταλήξη εις την επωδόν «ματαιότης ματαιοτήτων τά πάντα ματαιότης», την όποιαν διεκήρυξε και εις την αρχήν τοΰ βιβλίου του. Προτρέπει λοιπόν τούς νέους, ό σοφός, νά έργάζωνται τό άγαθόν όσον έχουν άκμαίας τάς σωματικάς και τάς ψυχικός δυνάμεις, διότι έρχεται τό γήρας, κατά τό όποιον τά πάντα άτονοΰν καί τρέμουν.
Τότε πάντα καλά λίαν, τώρα πάντα κακά λίαν! Τούλάχιστον ώς προς τον άνθρωπον αύτό συμβαίνει. ’Αλλά καί δι’ δλην την κτίσιν ό άπόστολος Παΰλος λέγει- «τή γάρ ματαιότητι ή κτίσις ύπετάγη, ούχ έκοΰσα... οϊδαμεν γάρ δτι πάσα ή κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει άχρι τοΰ νΰν» (Ρωμ. η' 20, 22). Έξ’ άλλου πολλαί δυσμενείς διά την ψυχοσωματικήν ύπό-στασίν μας, φυσικαί συνθήκαι, δεν ήσαν ούτως άπ’ άρχής. Ένεφανίσθησαν κατόπιν. Πώς έγινε τό μέγα κακόν; «Ήμάρτησεν ό άνθρωπος καί έπεσε καί πάντα έταράχθησαν» (Μέγας ’Αθανάσιος). Έταράχθησαν, πνευματικόν καί φυσικόν περιβάλλον.
Δεν γράφομεν παλαιόν ιστορίαν. Έπισημαίνομεν φλέγοντα σύγχρονα γεγονότα καί προβλήματα, τά όποια άντιγράφουν καί επαληθεύουν τά παλαιά. Καί τώρα «ό δράκων ό μέγας, ό δφις ό άρχαΐος», με τό ίδιο δόλωμα τής άπεριορίστου δήθεν ελευθερίας καί τής κατά τοΰ Θεοΰ άνταρσίας καί άσεβείας παρασύρει τον ύψηλοκάρδιον άνθρωπον, ό όποιος γνωρίζει
πολλά και άγνοεΐ την βάσιν όλων των αρετών, την ταπείνωσιν, ή όποια άποτελεϊ τό θεμέλιον και την προϋπόθεσιν τής εύτυχίας εις τον παρόντα και τον αιώνιον κόσμον.


Ό θάνατος


«Φοβερώτατον μυστήριον» χαρακτηρίζει τον θάνατον ό συστηματικός δογματικός και μέγας τής ’Εκκλησίας διδάσκαλος ’Ιωάννης ό Δαμασκηνός. Θέτει δε τρία συγκλονιστικά ερωτήματα- «τί τό περί ημάς τοΰτο γέγονε μυστήριον; Πώς παρεδόθημεν τή φθορά; Πώς συνεζεύχθημεν τώ θανάτω»; Καί άπαντά- «όντως Θεοΰ προστάζει, ώς γέγραπται» (’Από τά νεκρώσιμα ιδιόμελα).
Προ τοΰ Δαμασκηνού εϊχον ομιλήσει με τό αύτό πνεύμα περί τού θανάτου καί άλλοι μεγάλοι Πατέρες, ώς ό Μέγας Βασίλειος είς τό «Πρόσεχε σεαυτώ» καί ό Ιερός Χρυσόστομος είς τον περί μετάνοιας λόγον, όπου λέγει- «έξέλθωμεν επί τούς τάφους παρακαλώ καί ίδωμεν τά έκεΐσε μυστήρια. ’Ίδωμεν την φύσιν διεσπαρμένης όστά βεβρωμένα, σώματα σεσηπότα... είπέ μοι, τις έκεΐ ό βασιλεύς καί τις ό ιδιώτης, τις ό εύγενής καί τις ό δούλος, τις ό σοφός καί τις ό άσοφος. Πού τό κάλλος έκεΐ τής νεότητος;...».
«Ό Θεός έκτισε τον άνθρωπον επ’ άφθαρσία» (Σόφ. Σολ. 6' 23), άλλ’ ό άνθρωπος ύπερηφανευθείς έγινε σκωλήκων βρώμα καί δυσωδία. Ό ιερός Χρυσόστομος άναφέρει επτά λόγους ένεκα τών όποιων είναι άναγκαία ή έν τώ τάφω διάλυσις τού σώματος. Ώς πρώτον δε λόγον άναφέρει την καταστροφήν τού έγω-
ϊσμοΰ, τον όποιον χαρακτηρίζει ώς τό μεγαλύτερον εξ όλων των κακών.
Ό θάνατος άποτελεΐ την χαριστικήν βολήν κατά τής υπερηφάνειας. Επομένως ή πολυτέλεια κατά τάς κηδείας είναι έκτος τόπου και χρόνου καί ανεπίτρεπτος ματαιοδοξία, τήν οποίαν ελέγχων ό ιερός Χρυσόστομος λέγει- «ώ τής κενοδοξίας! πόσην καί έν τώ πένθει τήν τυραννίδα έπιδείκνυται, πόσην τήν άνοιαν».
Επειδή αί άσθένειαι, τό γήρας καί ό θάνατος είναι συνέπειαι τής έξ ύπερηφανείας πτώσεως τοΰ άνθρώπου, έκανονίσθησαν δε κατά τοιοΰτον τρόπον, ώστε νά ύποβοηθοΰν τον άνθρωπον είς τήν ταπείνω-σιν, είναι φανερόν, δτι «τό ταφήναι πολυτελώς ού μικρά ζημιώνει, διό καί οι θεοφιλείς τον εύτελή προετί-μησαν ενταφιασμόν, ώς επωφελή». Τοϋτο δε διδασκό-μεθα άπό πολλούς άγιους Πατέρας, ώς ό Μέγας ’Αντώνιος, ό 'Όσιος Έφραίμ, ό σοφός καί Μέγας ’Αρσένιος, ό άγιος Παχώμιος κ.ά.




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ A

6:47 μ.μ. Add Comment


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ A'
«ΕΝ ΑΡΧΗ»


’Επειδή έγίναμε νωθροί καί πάλιν χρείαν έχομεν διδασκαλίας «τίνα τα στοιχεία τής αρχής» (Έβρ. ε'12), ας άρχίσωμεν διά βραχέων άπό τό Άλφα. Ή Γένεσις μάς πληροφορεί, δτι ό Θεός έποίησε πάντα «καλά λίαν» (κεφ. 6' 31). Τό κακόν δεν ήτο δυνατόν νά είναι έργον τοϋ Θεοΰ.1 Πόθεν λοιπόν προήλθε; Πάλιν ή 'Αγία Γραφή μάς διαφωτίζει: Ό «έκ τοϋ ούρανοΰ έκπε-σών έωσφόρος» (Ήσ. ιδ' 12), «ό όφις ό άρχαϊος» (Ά-ποκ. ιβ' 9) προσήλθε προς τούς πρωτοπλάστους εν τώ Παραδείσω καί είπε:
—    Διατί σάς είπεν ό Θεός νά μή φάγητε άπό δλα τά δένδρα τοΰ Παραδείσου;
—    Διά νά μή άποθάνωμεν.
—    ’Όχι, δεν θ’ άποθάνετε- άλλ’ έπειδή ήξευρεν ό Θεός, δτι τήν ήμέραν πού θά φάγητε άπ’ αύτοΰ (τοΰ άπηγορευμένου δένδρου), θ’ άνοίξουν τά μάτια σας καί θά είσθε ώς Θεοί, δΓ αύτό σάς τον άπηγόρευσεν.
Άφοΰ δε έφαγον άπ’ αύτοΰ, διηνοίχθησαν μεν οί οφθαλμοί των, άλλά προς τό πονηρόν, καί κατησχύν-θησαν (Γεν. γ' 1-7).
1. «ούκ έστιν αίτιος τών κακών ό Θεός» (Μ. Βασίλειος).


Ούτω δέ «ή αμαρτία εις τον κόσμον είσήλθε καί διά τής αμαρτίας ό θάνατος», ώς λέγει ό άπόστολος Παύλος (Ρωμ. ε' 12). Διά τοΰτο ό Κύριος, είπε διά τον διάβολον, ότι «εκείνος όνθρωποκτόνος ήν άπ’ αρχής... ότι ψεύστης έστί» (Ίωάν. η' 44, 45). Ώς δέ λέγει καί ό ιερός Χρυσόστομος, τοΰτο άναφέρεται είς τον Άδάμ, τον όποιον έξαπατήσας ό διάβολος έγένετο άθρωπο-κτόνος είς γενικήν έννοιαν ολοκλήρου τοϋ άνθρωπίνου γένους. Αί συνέπειαι ύπήρξαν όδυνηραί. «Προσδοκή-σας γάρ έσεσθαι Θεός (= διότι ένώ έπερίμενε ότι θά είναι Θεός), καί όπερ εΐχεν άπώλεσεν» (Χρυσόστομος Γεν. γ' 22).
Τόσον ό Μέγας Βασίλειος, όσον καί ό ιερός Χρυσόστομος λέγουν, ότι συνέπεια τής παραβάσεως ύπήρξεν ή «άπό Θεοΰ άλλοτρίωσις (= άποξένωσις)». Τοιουτοτρόπως ό άνθρωπος αύτοϋπεβιβάσθη άπολέ-σας καί τό θεόσδοτον εξουσιαστικόν (Γεν. α' 28). Διό καί ό Χρυσόστομος απευθυνόμενος προς τον έκπεσόν-τα άνθρωπον λέγει· «πώς σε καλέσω άνθρωπον; ότι ούκ έχεις τό διάδημα (= στέμμα), την πορφύραν (= τό βασιλικόν ένδυμα);... έλθέ καί γενοΰ άνθρωπος». Αλλαχού δέ όμιλών περί τής έκπτώσεως άνθρώπου καί διαβόλου λέγει- «ούτω ό πρωτόπλαστος έξέπεσε τής μακαρίας εκείνης διαγωγής, ούτω καί ό τούτον άπατήσας διάβολος άπ’ εκείνου κατηνέχθη τοϋ τής άξίας ύψους... τή γάρ επαγγελία τής ίσοθεΐας φυσή-σας (ό διάβολος) αύτόν (τον Αδάμ), ούτω κατέρρηξε... ούδέν γάρ οϋτω τής τοϋ Θεοϋ φιλανθρωπίας άλλοτριοΐ, καί τώ τής γεέννης πα-ραδίδωσι πυρί, ώς ή τής ύπερηφανείας τυραννίς...» (Όμιλ. θ' είς Εύαγ. Ίω.). Τά αύτά λέγει εις τον περί παρθενίας λόγον καί ό Μέγας Αθανάσιος, διά την εξ ύπερηφανείας πτώσιν τοΰ εωσφόρου, έφαρμόζων εις αύτόν τούς λόγους τοΰ προφήτου Ήσαΐου- «Πώς έξέπεσεν έκ τοΰ ούρανοΰ ό έωσφόρος, ό πρωί άνατέλλων;... συ εΐπας έν τή διανοία σου... άνα-βήσομαι επάνω των νεφών, εσομαι όμοιος τώ Ύψίστω» (Ήσ. ιδ' 12,14). Ό σατάν καί οί άκολουθήσαντες αύτόν «διά την ύπερηφάνειαν αύτών έξέπεσον».
’Άξιον ιδιαιτέρας προσοχής είναι, ότι εις τό κεφά-λαιον αυτό τοΰ προφήτου γίνεται λόγος περί τής ύπερηφανείας καί τής πτώσεως τοΰ βασιλέως Βαβυλώνος Ναβουχοδονόσορος, ό όποιος κατά την άκμήν τής δό-ξης του έπαρθείς, ένεστερνίσθη πλήρως τά φρονήματα τοΰ εωσφόρου, διεκδικήσας ίσοθείαν. Έκ τών άνωτέρω συνάγεται, ότι ό διά την ίσοθείαν άγων τοΰ εωσφόρου ό άρξάμενος τότε έν ούρανοΐς, συνεχίζεται τώρα έπί τής γής. Θά κορυφωθή δε κατά τούς προ τής δευτέρας Παρουσίας χρόνους, ότε θά αποθρασυνθή έπί το-σοΰτον ό άντίχριστος, «ό άντικείμενος καί ύπεραιρό-μενος έπί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αύτόν εις τον ναόν τοΰ Θεοΰ ως Θεόν καθίσαι, άπο-δεικνύοντα έαυτόν ότι έστί Θεός» (Β' Θεσ. 6' 4).
Καί ό μέγας Παχώμιος, ό όποιος έγένετο περιβόητος εις την άρετήν, διά τής οποίας ένέπλησε την παρά τον Νείλον Ταβεννησίαν μοναστηρίων, ποιμαίνων ύπέρ τάς 11 χιλιάδας μοναχών, διδάσκων τούς μαθητάς του έλεγεν «οιδατε πόθεν ή αρχή τών κακών είς τον κόσμον είσήλθεν; Έκ τής ύπερηφανείας, δι’ ής καί ό έωσφόρος ό πρωί άνατέλλων έξέπεσεν έκ τοΰ ούρανοΰ καί συνετρίβη». Ιδού λοιπόν ή άρχή τοΰ κακοΰ, καί ή θύρα διά τής όποιας τοΰτο είσήλασεν είς τον κόσμον.


Ή ύπερηφάνεια! Αύτή είναι ή άρρώστεια, την όποιαν ό πανούργος όφις μάς μετέδωκε. Αύτή είναι ή αιτία δι’ ήν «ερρει τα καλά», ώς θά ελεγεν ό άγιος Γρηγόριος, και ή γή μετεβλήθη «εις κοιλάδα κλαυθμώνος» (Ψαλ. πγ' 7).
Αλλά ποια είναι άκριβώς ή έννοια τής ύπερηφα-νείας; Μολονότι ή λέξις αύτή είναι πολύ γνωστή εις τήν Παλαιάν Διαθήκην, εν τούτοις συχνά πυκνά εναλλάσσεται μέ τήν λέξιν «ΰβρις». Οί 'Ιεροί δηλαδή συγγραφείς πολλάκις άντί τής λέξεως ύπερηφάνεια χρησιμοποιούν τήν λέξιν υβρις προς δήλωσιν τής αύτής έννοιας (Παροιμ. ια' 2, ις' 18, καί 23, Λευϊτ. κς' 18, 19 κ.λπ). ’Άν άνοίξωμεν δε ένα λεξικόν τής άρχαίας Ελληνικής γλώσσης, θά ίδωμεν: υβρις = όγκος, έπαρ-σις, αύθάδεια, θρασύτης, άναισχυντία. "Ολα αύτά είναι τό περιεχόμενον τής ύπερηφανείας. "Ολα αύτά κάμνει ό ύπερήφανος. Όρθώς λοιπόν ώνομάσθη υβρις καί δίκαια ή μεγάλη άποστροφή τού Θεού κατά τής ύπερβολικής αύτής κακοσμίας. «Καί συντρίψω τήν ΰβριν τής ύπερηφανείας ύμών» (Λευϊτ. κς' 18, 19).
Καί ή χριστιανική ηθική έξ όλων των άμαρτιών ξεχωρίζει επτά, τάς όποιας λόγω τής βαρύτητός των χαρακτηρίζει ώς θανάσιμους. Πρώτη εις τον κατάλογον αύτόν άναφέρεται ή ύπερηφάνεια! «Αΰτη των κακών ή άκρόπολις ήν καί ή ρίζα καί ή πηγή τής πονηριάς άπά-σης» (Χρυσόστομος). "Ολα τά άλλα κακά δεν είναι διάφοροι άσθένειαι, άλλ’ έκδηλώσεις τής μιας ταύτης άσθενείας. Ό άπόστολος Παύλος άπαριθμών δλας τάς εκδηλώσεις ή μορφάς τής άμαρτίας χαρακτηρίζει τούς δουλεύοντας εις αύτάς ώς «υιούς τής άπειθείας» (Κολ. γ' 5-10). Έρμηνεύων δε τούς λόγους αύτούς ό ιερός
Χρυσόστομος λέγει ότι ό άπειθής άνθρωπος είναι «πηλός (= λάσπη) αύθάδης, τέφρα στασιώδης (= στάχτη στασιάζουσα, επαναστατούσα), πεφυσιωμένη (έξ ύπερηφανείας)». Τον τοιοΰτον άνθρωπον χαρακτηρίζει ό Παύλος ώς «παλαιόν άνθρωπον», δηλαδή ώς Άδαμιαΐον, διότι καί αυτός μιμείται τον γενάρχην Άδάμ, ό όποιος έξ ύπερηφανείας ήπείθησε καί έπανε-στάτησε. Αύτή λοιπόν είναι εν τελευταία αναλύσει ή ούσία τής οίασδήποτε αμαρτίας. "Ολοι δε οί άνθρωποι φέρομεν τον φοβερόν βάκιλλον τής θανατηφόρου αύτής άσθενείας. «Παραβόσκεται γάρ ή τοιάδε νόσος, ώς έπί πάντας άνθρώπους» ("Αγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας). Κοινός πειρασμός τών άνθρώπων είναι να σκέπτωνται ύψηλά καί να τρέφουν ιδέας μεγάλας περί έαυτών. Τό τοιούτον φρόνημά μας θέτει άνεπαισθήτως την σφραγίδα του εις όλας τάς πράξεις μας καί τούς λόγους μας, οΰτω δε διαμορφούμεν χαρακτήρα ακατάλληλον, ϊνα τεθή ύπό τάς διαταγάς τού Κυρίου.
Μέγα κακόν ή ύπερηφάνεια, ρίζα καί τροφός πόσης κακίας. Ό άγιος Ιωάννης ό Σιναΐτης παρατηρεί ότι ή ύπερηφάνεια είναι «Θεού άρνησις, πτώσεων πρόξενος, θυμού πηγή, ύποκρίσεως θύρα, άκαρπίας τεκ-μήριον, βλασφημίας ρίζα»'. Ένώ τούναντίον: ή ταπεί-νωσις —διά νά χρησιμοποιήσωμεν ένα ώραΐον ορισμόν τού Μεγάλου Βασιλείου— «είναι ή άπόθεσις τού μάταιου φρονήματος καί ή άπό τού έπάρματος καί ύψους άλαζονικοΰ καί οίήματος διακένου προς την οίκείαν άξίαν επάνοδος». Είναι επιστροφή εις τήν πραγματικήν άξίαν μας καί άποκατάστασις εις τήν άλήθειαν. 1
1. Σιναίτου Ίωάννου: Κλϊμαξ μετάφρασις ύπό Άρχιμ. ’Ιγνατίου. Έκδο-σις Ίερας Μονής Παρακλήτου. Ώρωπός ’Αττικής 1978 σελ. 246.
 είναι άναμόρφωσις εις τό άρχαΐον κάλλος, τό όποιον είχαν οι πρωτόπλαστοι πρό τής παρακοής. Είναι ή πνευματική έκείνη τοϋ άνθρώπου συνείδησις και αύτο-γνωσία, την οποίαν ό Θεός διά στόματος τοΰ Σο-λομώντος έχαρακτήρισεν ώς σοφίαν όταν εΐπεν: «ο'ι έαυτών έπιγνώμονες σοφοί» (Παροιμ. νγ' 10). Είναι τό «γνώθι σαύτόν», τό όποιον οί άρχαΐοι σοφοί, και μάλιστα πάντων ό Σωκράτης, έθεσαν ώς βάσιν τής ηθικής προόδου τοΰ άνθρώπου. Ή μεγάλη άξια τής άρετής τής ταπεινοφροσύνης και τής ύπακοής εις τό θέλημα τοΰ Θεοΰ μαρτυροΰν τό μέγεθος τοΰ κακοΰ, τό όποιον έπροξένησαν είς τό άνθρώπινον γένος ή έξ ύπε-ρηφανείας παράβασις καί παρακοή των πρωτοπλάστων.


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

6:24 μ.μ. Add Comment


ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΓΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

«Επιθυμώ ν’ άνοίξω τό στόμα μου, άδελφοί, και να ομιλήσω περί τής υψηλής ύποθέσεως τής Ταπεινώσεως· άλλα φοβούμαι, όπως φοβάται έκεϊνος, ό όποιος πρόκειται νά όμιλήση περί Θεού με άνθρωπίνους συλλογισμούς. Διότι ή Ταπείνωσις είναι στολή τής Θεότητος- έπειδή ό Υιός και Λόγος τοΰ Θεού, όταν έγινεν άνθρωπος, αύτήν ένεδύθη, και συνανεστράφη μαζί μας. Καί κάθε άνθρωπος, ό όποιος θά ένδυθή αύτήν, άληθώς ομοιάζει με Εκείνον, ό όποιος κατέβη άπό τό ίδικόν Του ύψος και έσκέπασε την ίδικήν Του δόξαν καί μεγαλωσύνην διά τής Ταπεινώσεως...
Διά τούτο λοιπόν όποιος ένδυθή τήν στολήν την όποιαν ένεδύθη ό Κτίστης εις έκεϊνο τό σώμα, αυτόν τον Χριστόν ένδύεται. Ή ταπείνωσις είναι δύναμις, τήν όποιαν δέχονται οί τέλειοι καί οί άγιοι. "Οποιος άπέκτησεν αύτήν, τιμάται δι’ αύτής, ώς νά φορή στέφανον καί πορφύραν.
Τον Ταπεινόφρονα άνθρωπον ούδείς ποτέ μισεί, ούτε καταφρονεί. Αύτός άγαπά όλους καί όλοι άγαποϋν αύτόν. "Ολοι έπιθυμοϋν αύτόν καί όπου πλησιάζει ώς άγγελον φωτός βλέπουν αύτόν, καί προσφέρουν εις αύτόν ιδιαιτέραν τιμήν. Ή βραχυλογία αύτοϋ είναι ώς οί άπειροι λόγοι τών σοφών. "Ολων τών άνθρώπων οί οφθαλμοί προσέχουν εις τό στόμα αύτού καί δέχονται τούς λόγους αύτοϋ ώς λόγους Θεού.
Τα μυστήρια τοΰ Θεού εις τούς ταπεινόφρονας άποκα-λύπτονται. Ή ταπείνωσις τελειοϊ τήν ψυχήν διά θείων θεωριών» (’Ισαάκ δ Σύρος, Λόγος κ').



Ύπέδειξας Δέσποτα,
τοϊς οίκείοις Μαθηταίς,
ύψοποιόν ταπείνωσιν,
τώ λεντίω ζωνννμενος την όσφύν,
τούς πόδας άπέπλυνας,
καί τον τρόπον μιμεΐσ&αι παρεσκεύασας.
(Έκ τοΰ Κανόνος Κυριακής Τελώνου καί Φαρισαίου ώδή ΣΤ', Τροπάριον 4)

ΙΛΕΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

4:38 μ.μ. 1 Comment
ΙΛΕΩΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Ιλάσκεσθαι – Ιλασμός – Ιλαστήριον – Ίλεως


Λίγα ετυμολογικά

1. «Ιλάσκομαι» ο επικός του τύπος «ιλέομαι». Στο «ιλέομαι» θέμα «λα, ιλασκ» και του «ιλέομαι» θέμα «ιλε». Ετυμολογικά από το «ίλεως». Με αόριστο «ιλασάμην» και αόριστο παθ. «ιλάσθην».
2. Από το αρχικό «σίσλα» όταν τρέπεται το αρχικό «σ» σε δασεία και αποβάλλεται το δεύτερο «ίλα».
3. Με το πρόσφυμα «σκ» έχουμε συντάξεις:
1. «ιλάσκομαι» (εξιλεώνω, αλλά και καταπραΰνω το θυμό των θεών).
2. εξευμενίζω, ενεργώ για να συμφιλιωθώ με τους ανθρώπους ή να τους συμφιλιώσω.
3. εξευμενίζω τις ψυχές των θανόντων.
4. με δοτική, συγχωρώ. Γίνομαι, δείχνομαι ευσπλαχνικός.
5. από τον επικό τύπο «ιλέομαι»ο Αισχύλος στις «Ικέτιδες». Με αιτιατική εξιλεώνω. Στην έννοια του εξιλεώνω τα γνωστά σύνθετα «αφιλάσκομαι» και «εξιλάσκομαι».

Γενικά


Εγκυκλοπαιδικά να σημειώσουμε την «ιλαρά» κατ’ ευφημισμόν (ιλαρός, γεμάτος χαρά!) τη γνωστή παιδική ασθένεια και τον Ιλάριο (όταν η δασεία στις λατινικές και αγγλοσαξονικές γλώσσες γίνεται «Η» (χ) με ονόματα όπως «Χίλλαρυ» (Χίλαρυ). Γνωστός ο Άγιος Ιλάριος της Ορθόδοξης Κρατικής Εκκλησίας, στην πραγματικότητα τέσσερα πρόσωπα με το αυτό όνομα που εορτάζουν 12 Ιουλίου, 14 Ιουλίου, 4 Μαΐου, 16 Δεκεμβρίου. Ο Πάπας Ρώμης Ιλάριος (461-468) και ο Ιλάριος του Πουατιέ (Πικταβίον – 366 μ.Χ.).
Και ιλαροπρόσωπος, ιλαροτραγωδία, ιλαρυντικός, ιλαρύνω (ευρίσκεται και ιλαρίνω).
4. Ο Όμηρος το ισοδύναμο του «ιλάομαι», «ίλαμαι», οπότε «ιλάντες» σημαίνει εξευμενιζόμενοι, εξιλεούμενοι (Ησύχιος). Ο Πλάτωνας (Νομ. 8048) και ο Λουκιανός (Ορχ. 17), κάνουν χρήση του «ιλεόομαι».
5. Το «ίλαος» σε χρήση κυρίως στους λυρικούς (οι Αττικοί «ίλεως») στην έννοια του ευμενής έναντι των θεών ή και το ανάστροφο. Επί ανθρώπων, ευμενής, πράος, αγαθός, ήπιος, γλυκής «ου δ’ ίλαου ένθεο θυμόν» (Ομ. Ιλ. Ι’639). Και ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο (206D) «ο οίνος τον άνθρωπον ποιεί ίλεων». Οι εορτές των Ρωμαίων «ιλάρια» κατά την εαρινή ισημερία και «ιλαρός» («ίλαος»), φαιδρός, εύθυμος, περιχαρής Αριστοφάνης, «Βάτραχοι» (455). Από το «ιλαρός» πιθανώς και η λέξη «ιλάειρα», στην έννοια η ελαφρώς φωτίζουσα φλόγα, οπότε και «ιλαρεύομαι» έχω φωτισμένο πρόσωπο (Θεόδωρος Στουδίτης «ιλαροπρόσωπος»).
6. Ιλάσκομαι (ιλάσσομαι) και «ιλαξάμην», με περιεχόμενο εννοιολογικό, εξιλεώνω, καταπραΰνω. Στην Καινή Διαθήκη κάμνω εξιλέωση «ιλάσκεσθαι τας αμαρτίας του λαού» (Εβρ. 2:17). Κατά τους Ο’ (Ψαλμ. 78:38) «αυτός δε ο Θεός – εστίν οικτίρμων και ιλάσεται ταις αμαρτίαις αυτών». Με προστακτική (Λκ. 18:13) «ιλάσθητι» στην έννοια γίνου, έσο, εύσπλαχνος, ελεήμων, οικτίρμων (από το ομηρικό «ιλήκω» και «ίλημι»).
7. «Ίλαμαι», «ιλάομαι» τουλάχιστον στον Όμηρο, πάντοτε επί θεών («εγώ πρώτος κελόμην θεόν ιλάσκεσθαι» Ιλ. Α’386).
8. Στο «εξιλάσκομαι», επί ανθρώπων, όταν με θείες τιμές καταβάλλεται προσπάθεια εξευμενισμού μετά θάνατον. Σαν «ιλάσκομαι», προξενώ, φέρνω, δίδω ευφροσύνη. «Ιλασμός», το μέσο εξιλέωσης, ενώ «εξιλαστήριος» ο προσφερόμενος προς εξιλέωση, για την επίτευξη εξιλέωσης. Σαν εξιλεώνω και το ρήμα «ιλεοποιέομαι». Και οι Αττικοί, «ίλεως» αντί «ίλαος» και ενίοτε «ίλεως». Ο Μιχαήλ Ψελλός, «ιλέωσις» αντί «εξιλέωσις».
Παλαιά Διαθήκη
1. Το ρήμα «ιλαρύνω» στην Παλαιά Διαθήκη, στις Παρ. 15:13 «το πρόσωπον» κάμει φαιδρό, γελαστό το πρόσωπο.
2. Το «ιλαστήριο» σε πλούσιες αναφορές (Έξοδος, Λευιτικό, Αριθμοί, Α’ Χρονικών).
3. Η λέξη «ίλεως» στο Δευτερονόμιο, Α’ Βασιλέων, Β’ Χρονικών, Εσθήρ, Ιώβ, ψαλμικό λόγο, Αμώς. Τα «ιλαρός» και «ιλαρότης» λείπουν από την Παλαιά Διαθήκη.
4. Τα εδάφια που αναφέρουν τις πιο πάνω έννοιες στην Καινή Διαθήκη θα τύχουν, πιο κάτω, ειδικής ανάλυσης.


Το ιλαστήριο

1. Το ιλαστήριο (Εξ. 21:17-22) είναι το κάλυμμα (σκέπασμα) της Κιβωτού της Διαθήκης. Η Κιβωτός περιέχει τους τρεις συμβολισμούς που συνθέτουν τον Κύριο Ιησού: Λόγος (πλάκες), Άρτος (Μάννα), Αγιασμός εις καρποφορία (ράβδος Ααρών). Τοποθετημένος εις τα Άγια των Αγίων, συνίστατο από καθαρό χρυσάφι και είχε μήκος δύο πήχεων και ημίσεως, πλάτος δε, ένα πήχυ και μισό. Εις τα δύο άκρα του θυσιαστηρίου σε όρθια θέση δύο χερουβείμ χρυσά με εκτεταμένα τα φτερά τους έως προς το άλλο, σε τρόπο ώστε να την καλύπτουν – επισκιάζουν. Ο συμβολισμός του Αρχιερέα που εισήρχετο μια φορά το έτος με ραντισμό αίματος – μόνος πάντοτε – δηλώνει τη δικαίωση η οποία δωρίζεται μόνον από τον Ιησού και μόνο με Αίμα θυσίας σταυρού.
2. Η ενότητα Κιβωτού και Ιλαστηρίου, δηλώνει την ταυτότητα Προσώπου και Θυσίας του Χριστού Ιησού. Το δυο χερουβείμ κοιτάζουν προς τα κάτω, στο Ιλαστήριο. Ίσως εκφράζουν το χώρο Παλαιάς και Νέας Διαθήκης καθώς ενατενίζουν στην εν Χριστώ Χάρη.
3. Η Κιβωτός ίσως χάθηκε κατά την αιχμαλωσία και αξίζει να σημειωθεί η παράθεση από τα βιβλία των Μακκαβαίων ότι ο Ιερεμίας κατά τη μεταγωγή του στην Αίγυπτο όπου κατά πάσα πιθανότητα μαρτύρησε με πριόνι, έκρυψε κάπου στη διαδρομή την Κιβωτό που θα ανακαλυφθεί όταν έλθει ο Μεσσίας.


Καινή Διαθήκη


1. Ιλαρός: Β’ Κορ. 9:7 «ιλαρόν δότην αγαπά…» (Βλ. Παρ. 22:8). Αυτόν που δίνει χαρωπά, χαρούμενος γελαστός, πλατύκαρδος, άνετα.
2. Ιλαρότης: Ρωμ. 12:8 «ο ελεών εν ιλαρότητι». Στην πιο πάνω έννοια. Και επιπλέον, πλούσια, γενναιόδωρα, με πλούσια χέρια.
3. Ιλάσκεσθαι:
3.1. Λκ. 18:12 «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Κάμε έλεος. Σπλαχνίσου με. Ελέησέ με.
3.2. Εβρ. 2:17: «εις το ιλάσκεσθαι τας αμαρτίας του λαού». Να εξιλεώνει. Να προσφέρεται ως θυσία για την εξιλέωση.
4. Ιλασμός:
4.1. Α’ Ιωάν. 2:2 «αυτός ιλασμός εστίν…». Εξιλέωση. Γενόμενη προσφορά (θυσία) για εξιλέωση. Με το σκοπό να κάμει εξιλέωση.
4.2. Α’ Ιωάν. 4:10 «…απέστειλε τον Υιόν Αυτού ιλασμόν…». Μέσον για ιλασμό. Το θύμα για να γίνει ιλασμός.
5. Ιλαστήριον:
5.1. Ρωμ. 3:25 «ον προέθετο ο Θεός ιλαστήριον…». Το όργανο του εξιλασμού. Το πρόσωπο μέσω του οποίου πραγματώθηκε ο εξιλασμός. Το ιλαστήριο θύμα. Το υποκείμενο.
5.2. Εβρ. 9:5 «…κατασκιάζοντα το ιλαστήριον». Στην ιστορική έκφραση. Το εις την Σκηνή του Μαρτυρίου, χρυσό επικάλυμμα.
6. Ίλεως:
6.1. Ματθ. 16:22 «Ίλεως Σοι, Κύριε…». Μακάρι ο Θεός να φερθεί απέναντί Σου με έλεος. Να σε σπλαχνιστεί. Να σε αντιμετωπίσει με έλεος από το δικό Του έλεος.
6.2. Εβρ. 8:12 «Ίλεως έσομαι ταις αδικίαις αυτών» (Εξ. 19:5). Οικτίρμων, ελεήμων, συγχωρητικός, συγχωρών, παραβλέπων.
Σαν συμπέρασμα:
Ο Ιησούς Χριστός, όντας Ιλαρός, χαρίζει Ιλαρότητα, Ιλάσκεται, εγένετο Ιλασμός, θυσιάστηκε και το Παντοδύναμο Αίμα Του στάλαξε επί του Ιλαστηρίου.