ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
α) Ή Δίκη
Ή παράβασις συνετελέσθη. Την γνωρίζει ό παντε-πόπτης Θεός. Την γνωρίζουν καί οι πρωτόπλαστοι, δι’ αύτό καί σπεύδουν νά κρυφθούν. Τό ιστορικόν καί τόσον μελαγχολικόν έκεΐνο δειλινόν γίνεται ή δίκη. Εις τούς κατηγορουμένους δίδεται τό δικαίωμα τής άπο-λογίας. Μετά την παράβασιν δμως οί πρωτόπλαστοι έχασαν όχι μόνον την άθωότητα, άλλα καί την εύθύ-τητα· «προφασίζονται προφάσεις έν άμαρτίαις».
Έλέχθη ότι οί πρωτόπλαστοι δεν έχασαν τον Παράδεισον διότι άμάρτησαν, άλλα διότι έδικαιολογήθη-σαν. Καί ή δικαιολογία όμως πηγάζει άπό την ιδίαν πηγήν άπό την εγωιστικήν ύπερηφάνειαν.
6) Αί Ποιναι
Αί έπιβληθεΐσαι ποιναι είναι άνάλογοι προς την πράξιν, την προσωπικότητα έκαστου των ύπευθύνων, καί τον έπιδιωκόμενον σκοπόν. Ή άρχή τής έξατομι-κεύσεως τής ποινής, ή όποια μόλις τούς τελευταίους
χρόνους κατενοήθη και έφαρμόζεται ύπό τοϋ συγχρόνου Ποινικού Δικαίου, εφαρμόζεται από καταβολής κόσμου ύπό τής Θείας Δικαιοσύνης.
1. Ή ποινή τού σατανά
Τό έν τώ Παραδείσω διαπραχθέν δεύτερον τούτο έγκλημα τοϋ σατανά έχει στενήν σχέσιν προς τό έν ούρανοΐς διαπραχθέν άλλοτε πρώτον τοιοΰτον. Έπι-φανειακώς μεν φαίνεται τό έγκλημα τής άνθρωποκτο-νίας ώς ανεξάρτητον άπό τό έγκλημα τής έπαναστά-σεως. Κατά βάθος όμως, πρόκειται περί εγκλήματος «κατ’ έξακολούθησιν» κατά την ορολογίαν τού ϊσχύο-ντος Ποινικού Δικαίου. Διότι τόσον ή πρώτη, όσον καί ή δεύτερα ενέργεια τοϋ σατανά έστρέφοντο κατ’ ουσίαν κατά τοϋ Θεοΰ, έκ τών αύτών έλατηρίων καί προς τον αύτόν σκοπόν. Δικαίως λοιπόν έπεβλήθησαν κατ’ αύτοϋ ποιναί έξουθενωτικαί, καταστρεπτικοί.
Καί διά μεν την άνταρσίαν άπεσύρθη άπ’ αύτοϋ ή λαμπροφόρος Χάρις τοϋ Θεού. Καί έτσι ό ποτέ φωτεινότατος έωσφόρος (= ό φέρων την έω, δηλαδή τήν αύγήν) έσκοτίσθη διά παντός καί κατέπεσεν έκ τοϋ ύψους έκείνου εις τήν άβυσσον τοϋ σκότους (Λουκ. Τ 18, Έφεσ. ς' 12).
Διά δέ τήν άνθρωποκτονίαν - διότι αύτός προεκά-λεσε τον θάνατον τών πρωτοπλάστων, διό καί «άν-θρωποκτόνος άπ’ άρχής» (Ίωάν. η' 44) έχαρακτηρίσθη ύπό τοϋ Κυρίου - έπεβλήθη εις αύτόν, ώς πρωτεργάτην καί άφ’ έαυτοϋ συλλαβόντα καί πραγματοποιήσαντα καί τό δεύτερον αύτό έγκλημα, ποινή έπίσης συντριπτική· ή έν καιρώ δηλαδή οριστική καταπάτησις καί
συντριβή τής έπηρμένης κεφαλής τοΰ άρχαίου αύτοϋ όφεως ύπό τής πτέρνης τοϋ πράου και ταπεινού Ίησοΰ-«Αύτός σοϋ τηρήσει κεφαλήν» (Γεν. γ' 15). Ή διαστροφή είναι ολοκληρωτική, οριστική καί άνεπανόρ-θωτος κατάστασις τοϋ σατανά. Δικαία λοιπόν καί πρέπουσα ή έπιβληθεΐσα εις αύτόν ποινή.
2. Ή ποινή τοϋ ανθρώπου
Άλλως όμως ώρισεν ή άπόφασις τοΰ δικαιοκρίτου Θεοΰ διά τον άνθρωπον, ό όποιος παρασυρθείς εις τό έγκλημα έξ άπατης τοΰ διαβόλου, είχε τό συγγνωστόν. Έπεβλήθη λοιπόν εις τον άνθρωπον ποινή επανορθωτική. Δηλαδή ποινή - φάρμακον. Είναι άντάξια όχι μόνον τής δικαιοσύνης, άλλα καί τής πανσοφίας καί τής άγαθότητος τοΰ Θεοΰ καί όσα ή δικαστική εκείνη άπό-φασις ώριζε διά τούς πρωτοπλάστους. Διότι δεν ήτο δυνατόν νά ματαιωθή ό προορισμός τοΰ άνθρώπου ύπό μιας άθέσμου συμβουλής τοΰ διαβόλου. Προορισμός τοΰ άνθρώπου ήτο ή θέωσις, ή όποια θά έπετυγ-χάνετο άνωδύνως, έάν ό άνθρωπος είχε τήν ταπείνω-σιν νά παραμείνη έν ύποταγή εις τό θέλημα τοΰ Θεοΰ. «’Ώφειλεν έν τή παρά Θεώ δόξη μεμενηκέναι». Καί ή απαγορευτική έντολή νά μή φάγουν άπό έκεΐνο τό δέν-δρον, αύτόν τον σκοπόν είχε, νά «δοκιμάση ήμών τό ύπήκοον» (Μ. Βασίλειος). Νά γυμνάση δηλαδή τον άνθρωπον είς τήν ύπακοήν, ή όποια δεν είναι τίποτε άλλο παρά «έφηρμοσμένη ταπείνωσις». ΔΓ αύτής τής όδοΰ θά ύψοΰτο είς τήν δόξαν τής θεώσεως. «Άλλ’ επειδή μετέθεσε καί μετέβαλε τήν επιθυμίαν τής θείας δόξης· επειδή ήλπισεν ότι θά άπέκτα μεγαλυτέραν δόξαν και έσπευσε να άρπάση έκεΐνο τό όποιον δεν ήμποροϋσε νά λάβη, καί συνεπώς έχασε καί έκεΐνο τό όποιον ήδύνατο νά έχη —«μείζονα προσδοκήσας, και σπεύσας δπερ ούκ έδύνατο λαβεΐν, άπώλεσεν δπερ έχειν έδύνατο»— διά τούτο ή ταπεινοφροσύνη... είναι διά τον άνθρωπον μεγίστη σωτηρία- είναι φάρμακον τό όποιον θεραπεύει την άσθένειαν, είναι έπιστροφή εις την άρχικήν του κατάστασιν» (Μ. Βασίλειος. Λόγος περί ταπεινοφροσύνης). 'Ως μεγάλο φάρμακο σωτηρίας χαρακτηρίζει την ταπείνωσιν καί ό Μέγας ’Αθανάσιος.
Αί βουλαί τού Θεού είναι νόμοι αιώνιοι και αμετάθετοι. "Οθεν αύτήν την οδόν τής ταπεινώσεως καλείται διά τής ποινής νά μάθη καί πάλιν ό άνθρωπος, κατά τρόπον τώρα οδυνηρόν μεν, άλλά σωτήριον. Ή έπιβληθεΐσα ποινή - φάρμακον, ήτοι 1) οδύνη, λύπη καί στεναγμός- 2) κόπος, μόχθος καί ίδρώς- καί 3) ό θάνατος τελικώς, θά είναι έφεξής ό κλήρος ολοκλήρου τού άνθρωπίνου γένους άπό τού Άδάμ μέχρι τής συντέλειας. Κατά ταϋτα ό θάνατος είναι «άνάλυσις» (Φι-λιπ. α' 23) τού σώματος εις τά έξ ών συνετέθη, άνα-γωγή καί άποκατάστασις, ώς έρμηνεύει την λέξιν ό Σ. Βυζάντιος.
'Ότι ή έπιβληθεΐσα ύπό τού Θεού ποινή εις τούς πρωτοπλάστους άπέβλεπεν εις τήν ταπείνωσιν των, συνάγεται κατ’ άντιδιαστολήν καί έκ τού καταντήματος των άμαρτωλών έκείνων, οί όποιοι, κρίμασιν οίς οίδε Κύριος, έγκαταλείπονται άπαίδευτοι, ΐνα βαδίσουν προς τήν αίωνίαν άπώλειαν. «Έν κόποις ανθρώπων ούκ είσί» γηπονούντες (= πονοΰντες διά τήν καλλιέργειαν τής γής), μοχθοΰντες καί ίδρώ περιρρεόμενοι, ϊνα πορισθώσι τά προς ζωάρκειαν (= τά προς συν-τήρησίν των)· «και μετά άνθρώπων ού μαστιγωθήσον-ται», μή ύποφέροντες καί αύτοί καθώς οί δμοιοί των. Ένώ διά τούς άλλους άνθρώπους «πειρατήριόν έστιν ό βίος» (Ίώβ ζ' 1), διά τούς άπαιδεύτους είναι άπό-λαυσις καί άναπαυτήριον. «Διά τούτο έκράτησεν (= έκυρίευσεν) αύτούς ή ύπερηφάνεια αύτών εις τέλος. Περιεβάλλοντο (= έφόρεσαν σάν ένδυμα) άδικίαν καί άσέβειαν αύτών». Διά νά ταπεινωθή ό άνθρωπος ένώ-πιον τού Θεού, πρέπει νά μαλαχθή άπό την θλΐψιν. Άλλ’ ό*Βεός εις αύτούς θλίψεις δεν στέλλει. Εντεύθεν καί οΰτοι εις τύφον καί άλαζονείαν έξοκείλουσιν (Έρμην. Κ. Καλλινίκου εις Ψαλμ. οβ' 5, 6). Έκ τής άτι-μωρησίας των άπεθρασύνθησαν. «’Αδικίαν εις τό ύψος έλάλησαν, έθεντο εις ούρανόν τό στόμα αύτών, καί ή γλώσσα αύτών διήλθεν έπί τής γής»· ύβρίζουν (βλα-σφημοΰν) θεία καί άνθρώπινα διά γλώσσης έωσφο-ρικής ϋπερθεν άναβαινούσης καί τούς έπί γής πάντας προπηλακιζούσης (Έρμην. Κ. Καλλιν. Ψαλμ. οβ' 8, 9).
Ή άτιμωρησία τών έν κραιπάλη καί ύπερηφανεία διαγόντων καί εύφραινομένων καθ’ ήμέραν λαμπρώς, δεν είναι καλόν σημεΐον. Είναι προμήνυμα φοβερόν. Τούτο βλέπομεν καί εις τό ιβ' κεφ. τών Πράξεων. Έξ αύτού πληροφορούμεθα, δτι ό Ηρώδης Άγρίππας έθανάτωσε διά μαχαίρας τον ’Απόστολον ’Ιάκωβον τον αδελφόν τού Ίωάννου. Συνέλαβε δε καί τον Πέτρον, τον όποιον έπρόκειτο νά φονεύση μετά τό Πάσχα. Έν τούτοις ό Θεός δεν τον έπάταξε τότε άμέσως διά τό κακούργημά του έκεΐνο. ’Αλλά μετ’ άρκετόν χρόνον, δταν εύρισκόμενος εις Καισάρειαν «ένδυσάμενος έσθήτα βασιλικήν καί καθίσας έπί τού βήματος έδη-
μηγόρει... ό δε δήμος (= ό λαός διά νά τον κολακεύση) έπεφώνεν Θεοΰ φωνή και ούκ άνθρώπου. Παραχρήμα δε έπάταξεν αύτόν ό άγγελος Κυρίου». Διατί; «Άνθ’ ών ούκ έδωκε τήν δόξαν τώ Θεώ». Διότι εν τή έωσφο-ρική ύπερηφανεία του άπεδέχθη τήν θεοποίησιν αύτήν τήν όποιαν τού εκαμεν ό λαός, «και γενόμενος σκωληκόβρωτος έξέψυξεν (= έξεψύχησε)» (Πράξ. ιβ' 20 - 23).
Ό Μέγας Βασίλειος εις τήν περίφημον έκείνην εύχήν τής ’Αναφοράς, τής Θείας Λειτουργίας του, τήν λεγομένην κατά τήν ίερωτάτην στιγμήν τής καθόδου τοΰ Αγίου Πνεύματος προς καθαγιασμόν των τιμίων δώρων, περιγραφών τό δράμα αύτό τοΰ άνθρωπίνου γένους λέγει άπευθυνόμενος προς τον Θεόν: «"Αγιος εί, ώς αληθώς καί Πανάγιος, καί ούκ έστι μέτρον τή μεγαλοπρεπεία σου καί όσιος εν πάσι τοΐς έργοις σου, ότι έν δικαιοσύνη καί κρίσει άληθινή πάντα (όσα εις ήμάς συνέβησαν) έπήγαγες ήμΐν πλάσας γάρ τον άνθρωπον, χοΰν λαβών από τής γής, καί είκόνι τή σή, ό Θεός, τιμήσας, τέθεικας αύτόν έν τώ παραδείσιο τής τρυφής, άθανασίαν ζωής καί άπόλαυσιν αιωνίων άγαθών έν τή τηρήσει των έντολών σου έπαγγειλάμε-νος (= ύποσχεθείς) αύτώ· άλλά παρακούσαντα σοΰ τοΰ άληθινοΰ Θεοΰ, τοΰ κτίσαντος αύτόν, καί τή άπάτη τοΰ όφεως ύπαχθέντα, νεκρωθέντα τε τοΐς οίκείοις αύτοΰ παραπτώμασιν, έξώρισας αύτόν έν τή δικαιοκρισία σου, ό Θεός, έκ τοΰ Παραδείσου εις τον κόσμον τοΰτον, καί άπέστρεψας εις τήν γήν, έξ ής έλή-φθη, οίκονομών αύτώ τήν έκ παλιγγενεσίας σωτηρίαν, τήν έν αύτώ τώ Χριστώ σου» (= όρίσας δηλαδή έκτοτε τήν διά Χριστού έν καιρώ άναγέννησιν καί σωτηρίαν του).
Έκτέλεσις τής άποφάσεως α) Έξωσις τον Άδάμ
«Και έξέβαλε τον Άδάμ καί κατωκησεν αύτόν απέναντι τοΰ Παραδείσου» εις δε την είσοδον αύτοΰ «έταξε τα Χερουβείμ καί την φλογίνην ρομφαίαν», διά νά βλέπη μεν διαρκώς τί έχασεν εκ τής ύπερηφανείας, καί νοσταλγή, άλλα νά μη δύναται νά είσέλθη, έως δτου συμπληρωθούν οί χρόνοι τής όδυνηράς ταπεινώσεως τοΰ ανθρωπίνου γένους. Εις τό δράμα αύτό τής εξορίας καί νοσταλγίας τοΰ γενάρχου μας έχει είσδύσει βαθύτατα ό θεοφώτιστος ύμνωδός τής ’Εκκλησίας μας λέγων: «Έξεβλήθη Άδάμ τοΰ Παραδείσου», «έξωστράκισται παρακοή», «Έκάθισεν Άδάμ άπέναντι τοΰ Παραδείσου καί την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ώδύρετο», «ό ποτέ δόξαν αθανασίας ήμφιεσμένος (= ένδεδυμένος), τής νε-κρώσεως την δοράν, ώς θνητός έλεεινώς περιφέρω».
6) "Αλλαι σννέπειαι
Αί θλίψεις γενικώς εκ φυσικών καί ήθικών αιτίων καί ή ψυχική άποδυνάμωσις τοΰ άνθρώπου. Επίσης συνέπειαι τής παραβάσεως είναι ή βαθμιαία φθορά τοΰ οργανισμού, αί άσθένειαι ψυχικαί καί σωματικαί, τό γήρας καθώς καί ό θάνατος. «Εί γάρ τό κεφάλαιον αύτός ό θάνατος, εξ άμαρτίας έσχε την ρίζαν καί την ύπόθεσιν, πολλώ μάλλον καί τών νοσημάτων τά πολλά έκεΐθεν γέγονεν» (ιερός Χρυσόστομος).
Τό γήρας
Ό σοφός Σολομών εις τό περίφημον βιβλίον του «Εκκλησιαστής» λέγει, δτι οι λόγοι τοΰ βιβλίου αύτοΰ «έδόθησαν έκ ποιμένος ένός», έκ τοΰ Θεοΰ δηλαδή. Εις τό δωδέκατον και τελευταΐον κεφάλαιον τοΰ βιβλίου αύτοΰ, όμιλεΐ περί τοΰ γήρατος με τό όποιον τελειώνει και ό ανθρώπινος βίος. Είσέδυσεν, ώς λέγει, εις όλα τά θέματα τής ζωής, διά να καταλήξη εις την επωδόν «ματαιότης ματαιοτήτων τά πάντα ματαιότης», την όποιαν διεκήρυξε και εις την αρχήν τοΰ βιβλίου του. Προτρέπει λοιπόν τούς νέους, ό σοφός, νά έργάζωνται τό άγαθόν όσον έχουν άκμαίας τάς σωματικάς και τάς ψυχικός δυνάμεις, διότι έρχεται τό γήρας, κατά τό όποιον τά πάντα άτονοΰν καί τρέμουν.
Τότε πάντα καλά λίαν, τώρα πάντα κακά λίαν! Τούλάχιστον ώς προς τον άνθρωπον αύτό συμβαίνει. ’Αλλά καί δι’ δλην την κτίσιν ό άπόστολος Παΰλος λέγει- «τή γάρ ματαιότητι ή κτίσις ύπετάγη, ούχ έκοΰσα... οϊδαμεν γάρ δτι πάσα ή κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει άχρι τοΰ νΰν» (Ρωμ. η' 20, 22). Έξ’ άλλου πολλαί δυσμενείς διά την ψυχοσωματικήν ύπό-στασίν μας, φυσικαί συνθήκαι, δεν ήσαν ούτως άπ’ άρχής. Ένεφανίσθησαν κατόπιν. Πώς έγινε τό μέγα κακόν; «Ήμάρτησεν ό άνθρωπος καί έπεσε καί πάντα έταράχθησαν» (Μέγας ’Αθανάσιος). Έταράχθησαν, πνευματικόν καί φυσικόν περιβάλλον.
Δεν γράφομεν παλαιόν ιστορίαν. Έπισημαίνομεν φλέγοντα σύγχρονα γεγονότα καί προβλήματα, τά όποια άντιγράφουν καί επαληθεύουν τά παλαιά. Καί τώρα «ό δράκων ό μέγας, ό δφις ό άρχαΐος», με τό ίδιο δόλωμα τής άπεριορίστου δήθεν ελευθερίας καί τής κατά τοΰ Θεοΰ άνταρσίας καί άσεβείας παρασύρει τον ύψηλοκάρδιον άνθρωπον, ό όποιος γνωρίζει
πολλά και άγνοεΐ την βάσιν όλων των αρετών, την ταπείνωσιν, ή όποια άποτελεϊ τό θεμέλιον και την προϋπόθεσιν τής εύτυχίας εις τον παρόντα και τον αιώνιον κόσμον.
Ό θάνατος
«Φοβερώτατον μυστήριον» χαρακτηρίζει τον θάνατον ό συστηματικός δογματικός και μέγας τής ’Εκκλησίας διδάσκαλος ’Ιωάννης ό Δαμασκηνός. Θέτει δε τρία συγκλονιστικά ερωτήματα- «τί τό περί ημάς τοΰτο γέγονε μυστήριον; Πώς παρεδόθημεν τή φθορά; Πώς συνεζεύχθημεν τώ θανάτω»; Καί άπαντά- «όντως Θεοΰ προστάζει, ώς γέγραπται» (’Από τά νεκρώσιμα ιδιόμελα).
Προ τοΰ Δαμασκηνού εϊχον ομιλήσει με τό αύτό πνεύμα περί τού θανάτου καί άλλοι μεγάλοι Πατέρες, ώς ό Μέγας Βασίλειος είς τό «Πρόσεχε σεαυτώ» καί ό Ιερός Χρυσόστομος είς τον περί μετάνοιας λόγον, όπου λέγει- «έξέλθωμεν επί τούς τάφους παρακαλώ καί ίδωμεν τά έκεΐσε μυστήρια. ’Ίδωμεν την φύσιν διεσπαρμένης όστά βεβρωμένα, σώματα σεσηπότα... είπέ μοι, τις έκεΐ ό βασιλεύς καί τις ό ιδιώτης, τις ό εύγενής καί τις ό δούλος, τις ό σοφός καί τις ό άσοφος. Πού τό κάλλος έκεΐ τής νεότητος;...».
«Ό Θεός έκτισε τον άνθρωπον επ’ άφθαρσία» (Σόφ. Σολ. 6' 23), άλλ’ ό άνθρωπος ύπερηφανευθείς έγινε σκωλήκων βρώμα καί δυσωδία. Ό ιερός Χρυσόστομος άναφέρει επτά λόγους ένεκα τών όποιων είναι άναγκαία ή έν τώ τάφω διάλυσις τού σώματος. Ώς πρώτον δε λόγον άναφέρει την καταστροφήν τού έγω-
ϊσμοΰ, τον όποιον χαρακτηρίζει ώς τό μεγαλύτερον εξ όλων των κακών.
Ό θάνατος άποτελεΐ την χαριστικήν βολήν κατά τής υπερηφάνειας. Επομένως ή πολυτέλεια κατά τάς κηδείας είναι έκτος τόπου και χρόνου καί ανεπίτρεπτος ματαιοδοξία, τήν οποίαν ελέγχων ό ιερός Χρυσόστομος λέγει- «ώ τής κενοδοξίας! πόσην καί έν τώ πένθει τήν τυραννίδα έπιδείκνυται, πόσην τήν άνοιαν».
Επειδή αί άσθένειαι, τό γήρας καί ό θάνατος είναι συνέπειαι τής έξ ύπερηφανείας πτώσεως τοΰ άνθρώπου, έκανονίσθησαν δε κατά τοιοΰτον τρόπον, ώστε νά ύποβοηθοΰν τον άνθρωπον είς τήν ταπείνω-σιν, είναι φανερόν, δτι «τό ταφήναι πολυτελώς ού μικρά ζημιώνει, διό καί οι θεοφιλείς τον εύτελή προετί-μησαν ενταφιασμόν, ώς επωφελή». Τοϋτο δε διδασκό-μεθα άπό πολλούς άγιους Πατέρας, ώς ό Μέγας ’Αντώνιος, ό 'Όσιος Έφραίμ, ό σοφός καί Μέγας ’Αρσένιος, ό άγιος Παχώμιος κ.ά.



